Μετάφραση του "aggregation" σε Ελληνικά

Οι σύνολο, συνάθροιση, άθροισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggregation" σε Ελληνικά.

aggregation noun γραμματική

The act of collecting together (aggregating). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνολο

    noun neuter

    This first method consists of aggregating the costs of all restructuring measures.

    Η πρώτη αυτή μέθοδος συνίσταται στην πρόσθεση των δαπανών του συνόλου των διαρθρωτικών μέτρων.

  • συνάθροιση

    noun feminine

    A table or structure containing pre-calculated data for an online analytical processing (OLAP) cube. Aggregations support the rapid and efficient querying of a multidimensional database.

    The types of statistical methods used to aggregate raw measurement data on the statistical unit.

    Οι τύποι στατιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τη συνάθροιση δεδομένων πρωτογενών μετρήσεων σε μια στατιστική ενότητα.

  • άθροισμα

    noun

    An aggregate is defined as the sum of its components

    Ένα μακροοικονομικό μέγεθος ορίζεται ως το άθροισμα των συνιστωσών τους

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συσσώρευση
    • ένωση
    • συγκέντρωση
    • συσσωμάτωση
    • συλλογή
    • συνάθροιση, συγκέντρωση, συσσωμάτωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aggregation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aggregation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aggregation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη