Μετάφραση του "aging" σε Ελληνικά

Οι γέρασμα, γηράσκων, υπέργηρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aging" σε Ελληνικά.

aging adjective noun verb γραμματική

Present participle of age. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέρασμα

    I think that men handle aging differently than women.

    Πιστεύω ότι οι άντρες αντιμετωπίζουν το γέρασμα διαφορετικά από τις γυναίκες.

  • γηράσκων

  • υπέργηρος

    When I am an ancient 87-year-old, there will be just 66 million children of that age in Europe.

    Όταν θα είμαι ένας υπέργηρος 87 ετών, θα υπάρχουν μόνο 66 εκατομμύρια παιδιά αυτής της ηλικίας στην Ευρώπη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη