Μετάφραση του "aircrew" σε Ελληνικά
Οι Πλήρωμα αεροσκάφους, πλήρωμα αεροσκάφους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aircrew" σε Ελληνικά.
aircrew
noun
γραμματική
A group of two or more trained individuals, formed as a team that operates an aircraft. [..]
-
Πλήρωμα αεροσκάφους
personnel operating an aircraft in flight, including pilots, systems operators, and attendants
-
πλήρωμα αεροσκάφους
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aircrew " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη