Μετάφραση του "airhead" σε Ελληνικά
Οι αερογεφύρωμα, χαζοχαρούμενο, χαζός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "airhead" σε Ελληνικά.
airhead
noun
γραμματική
(pejorative) A silly, foolish or unintelligent person. [..]
-
αερογεφύρωμα
Noun neuterseized area within hostile territory
-
χαζοχαρούμενο
-
χαζός
adjective masculineNickey, don't be such an airhead.
Νίκυ, μην είσαι τόσο χαζός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " airhead " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη