Μετάφραση του "aleatory" σε Ελληνικά
Οι συμπτωματικός, τυχαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aleatory" σε Ελληνικά.
aleatory
adjective
γραμματική
Depending on the throw of a die; random, arising by chance [..]
-
συμπτωματικός
adjective masculine -
τυχαίος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aleatory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη