Μετάφραση του "align" σε Ελληνικά

Οι ευθυγραμμίζω, ευθυγράμμιση, συντάσσομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "align" σε Ελληνικά.

align verb γραμματική

(intransitive) To form in line; to fall into line. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευθυγραμμίζω

    verb

    In data handling, to store multiple-byte data units so that the respective bytes fall in corresponding locations of memory.

    I place myself in alignment with the things I want.

    Ευθυγραμμίζω τον εαυτό μου με τα πράγματα που θέλω.

  • ευθυγράμμιση

    noun

    There has been further progress in aligning rates of indirect taxation.

    Πραγματοποιήθηκε περαιτέρω πρόοδος σε ό,τι αφορά την ευθυγράμμιση των συντελεστών έμμεσης φορολογίας.

  • συντάσσομαι

    verb

    στις απόψεις

    In Table 2 supplementary pensions are also included and as a result the ratios - although still showing differences - are much more closely aligned.

    Στον πίνακα 2, περιλαμβάνονται και οι επικουρικές συντάξεις και, κατά συνέπεια, οι αναλογίες -αν και παρουσιάζουν ακόμη διαφορές - ευθυγραμμίζονται στενά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνάδω
    • συμβαδίζω
    • ευθυγραμμίζομαι
    • στοιχίζω
    • εναρμονίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " align " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Align
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ευθυγραμμίζω, στοιχίζω

Φράσεις παρόμοιες με "align" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "align" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη