Μετάφραση του "alimental" σε Ελληνικά

Οι διατροφικός, τροφικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alimental" σε Ελληνικά.

alimental adjective γραμματική

Supplying food; nourishing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διατροφικός

    adjective masculine
  • τροφικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alimental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "alimental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τροφή
  • διατροφή · επισιτισμός · θρέψη · τάισμα · τροφή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alimental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη