Μετάφραση του "aliphatic" σε Ελληνικά

Οι αλειφατικός, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aliphatic" σε Ελληνικά.

aliphatic adjective noun γραμματική

(organic chemistry) Of a class of organic compounds in which the carbon atoms are arranged in an open chain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλειφατικός

  • λιπαρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aliphatic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aliphatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aliphatic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη