Μετάφραση του "alkyl" σε Ελληνικά
Το αλκύλιο είναι η μετάφραση του "alkyl" σε Ελληνικά.
alkyl
noun
γραμματική
(organic chemistry) Any of a series of univalent radicals of the general formula C n H 2n+1 derived from aliphatic hydrocarbons. [..]
-
αλκύλιο
noun neuter— whether or not with a printable dust-proof layer of modified long chain alkyl organic compound,
— με ή χωρίς εκτυπώσιμο στρώμα κατά της σκόνης, αποτελούμενο από τροποποιημένη οργανική ένωση με αλκύλιο μακράς αλυσίδας ατόμων άνθρακα,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alkyl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "alkyl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αλκύλια
-
αλκυλική ένωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη