Μετάφραση του "alleviate" σε Ελληνικά

Οι ανακουφίζω, διευκολύνω, ελαφρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alleviate" σε Ελληνικά.

alleviate verb γραμματική

(transitive) To make less severe, as a pain or difficulty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακουφίζω

    verb

    make less severe

  • διευκολύνω

    verb

    To make easy or easier.

    Many people have pushed the Commission to alleviate the very tight dairy situation.

    Πολλοί πίεσαν την Επιτροπή να διευκολύνει την πολύ δύσκολη κατάσταση στον τομέα των γαλακτοκομικών.

  • ελαφρώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταπραΰνω
    • βοηθώ
    • αποσοβώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alleviate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "alleviate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανακουφιστικός · καταπραϋντικός · παυσίπονο
  • ανακούφιση · καταπράυνση · ξαλάφρωμα
  • ανακουφίζω · μετριάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alleviate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη