Μετάφραση του "allowable" σε Ελληνικά

Οι επιτρεπτός, επιτρεπτός, επιτρεπόμενος, επιτρεπόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allowable" σε Ελληνικά.

allowable adjective γραμματική

Appropriate; satisfactory; acceptable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτρεπτός

    adjective masculine
  • επιτρεπτός, επιτρεπόμενος

  • επιτρεπόμενος

    adjective masculine

    Questions and time allowed may be split into two examinations as appropriate.

    Οι ερωτήσεις και ο επιτρεπόμενος χρόνος είναι δυνατόν να χωρίζονται σε δύο εξετάσεις, αναλόγως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allowable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "allowable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δικαίωμα εκπομπών της ΕΕ
  • επιτρεπτή τάση, καταπόνηση
  • Επιτρεπόμενος ρυθμός πληροφοριών
  • Επιτρεπόμενος ρυθμός πληροφοριών
  • βουλευτική αποζημίωση
  • επιτρέπεται · επιτρέπεται σε κπ να · με αφήνουν να · μου επιτρέπεται να · μπορώ
  • ανοχή θορύβου
  • αναγνωρίζω · αφήνω · δέχομαι · δέω · δίνω · εγκρίνω · επιδέχομαι · επιτρέπω · επιτρεπω for sth · λαμβάνω υπ’ όψιν · παίρνω · παρέχω · παραδέχομαι · παραχωρώ · σηκώνω · χορηγώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allowable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη