Μετάφραση του "altercate" σε Ελληνικά

Οι τσακώνομαι, επιπλήττω, καβγαδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "altercate" σε Ελληνικά.

altercate verb γραμματική

(transitive) To argue, quarrel or wrangle with someone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσακώνομαι

    verb
  • επιπλήττω

    verb
  • καβγαδίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαλώνω
    • φιλονικώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " altercate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "altercate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · διαπληκτισμός · καυγάς · λογομαχία · φιλονικία
  • · διαπληκτισμός · καυγάς · λογομαχία · φιλονικία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "altercate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη