Μετάφραση του "alternator" σε Ελληνικά

Οι εναλλάκτης, γεννήτρια, γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alternator" σε Ελληνικά.

alternator noun γραμματική

An electric generator which produces alternating current. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εναλλάκτης

    noun

    The high efficient alternator leads to the saved mechanical power which is to be calculated in two steps.

    Ο εναλλάκτης υψηλής απόδοσης αποφέρει εξοικονόμηση μηχανικής ισχύος η οποία πρέπει να υπολογίζεται σε δύο στάδια.

  • γεννήτρια

    noun feminine

    That's the alternator from the truck.

    Η γεννήτρια από το φορτηγό.

  • γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος

    feminine

    The alternator shall be subject to no other electrical load during the test.

    Κατά τη δοκιμή αυτή η γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος δεν εξυπηρετεί κανένα άλλο ηλεκτρικό φορτίο.

  • εναλλακτήρας

    masculine

    Probably the alternator again.

    Μάλλον ο εναλλακτήρας ξανά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alternator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Alternator
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εναλλάκτης

    The high efficient alternator leads to the saved mechanical power which is to be calculated in two steps.

    Ο εναλλάκτης υψηλής απόδοσης αποφέρει εξοικονόμηση μηχανικής ισχύος η οποία πρέπει να υπολογίζεται σε δύο στάδια.

Εικόνες με "alternator"

Φράσεις παρόμοιες με "alternator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alternator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη