Μετάφραση του "amazement" σε Ελληνικά

Οι κατάπληξη, έκπληξη, θαυμασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amazement" σε Ελληνικά.

amazement noun γραμματική

(uncountable) The condition of being amazed; overwhelming wonder, as from surprise, sudden fear, horror, or admiration; astonishment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάπληξη

    noun feminine

    the condition of being amazed; overwhelming wonder, as from surprise, sudden fear

    I am amazed to find that there is little support for this idea amongst other honourable Members.

    Προς μεγάλη μου κατάπληξη, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που δεν υποστηρίζουν αυτή την ιδέα.

  • έκπληξη

    noun feminine

    You'd be amazed how often it pays off.

    Θα σας προκαλούσε έκπληξη το πόσο μπορεί να μας βοηθήσει.

  • θαυμασμός

    noun

    Our amazement also produces spiritual strength.

    Ο θαυμασμός μας, επίσης παράγει πνευματική δύναμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amazement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amazement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκπλήσσω · εκπλήττω · καταπλήσσω · σαστίζω
  • έκπληκτος · κατάπληκτος · κεραυνόπληκτος
  • δεν υπάρχεις
  • θα εκπλαγείς
  • αξιοθαύμαστος · απίστευτος · εκπληκτικός · θαυμαστός · καταπληκτικός
  • θα νιώσεις καταπληκτικά
  • εκπλήσσω · καταπλήσσω
  • εκπλήσσομαι · θαυμάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amazement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη