Μετάφραση του "amok" σε Ελληνικά

Το αμόκ είναι η μετάφραση του "amok" σε Ελληνικά.

amok noun adjective adverb γραμματική

Out of control, especially when armed and dangerous [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμόκ

    neuter

    You remember he ran amok once and very nearly wrecked the ship.

    Θυμάσαι μια φορά που έπαθε αμόκ και κατέστρεψε σχεδόν το σκάφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παθαίνω αμόκ · παθαινω αμοκ / με πιανει αμοκ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη