Μετάφραση του "amortise" σε Ελληνικά

Οι ξεπληρώνω με χρεολύσιο, πληρώνω με δόσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amortise" σε Ελληνικά.

amortise verb γραμματική

(transitive) To decrease an amount gradually or in installments, especially in order to write off an expenditure or liquidate a debt. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεπληρώνω με χρεολύσιο

    verb
  • πληρώνω με δόσεις

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amortise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amortise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απόσβεση · χρεωλυσία · χρεωλύσιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amortise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη