Μετάφραση του "amperometric" σε Ελληνικά

Το αμπερομετρικός είναι η μετάφραση του "amperometric" σε Ελληνικά.

amperometric adjective γραμματική

(chemistry, physics) That involves measurement of an electric current during a process such as titration [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμπερομετρικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amperometric " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amperometric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amperometric" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη