Μετάφραση του "amplify" σε Ελληνικά

Οι αυξάνω, ενισχύω, υπερβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amplify" σε Ελληνικά.

amplify verb γραμματική

(transitive) To render larger, more extended, or more intense, and the like;—used especially of loudspeakers, telescopes, microscopes, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυξάνω

    verb

    It would only amplify the unsub's feeling of powerlessness.

    Έτσι αυξάνει το αίσθημα του δράστη για αδυναμία.

  • ενισχύω

    verb

    Your weapons will only amplify the time distortion.

    Τα όπλα σας μόνο θα ενισχύσουν τη χρονική διαταραχή.

  • υπερβάλλω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amplify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amplify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amplify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη