Μετάφραση του "amputation" σε Ελληνικά

Οι ακρωτηριασμός, Ακρωτηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά.

amputation noun γραμματική

surgical removal of all or part of a limb, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωτηριασμός

    noun masculine

    Just a neat, clean, federally funded soul mate amputation.

    Μόνο ένας τακτικός, καθαρός, ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενος ακρωτηριασμός αδελφών ψυχών.

  • Ακρωτηριασμός

    removal of a body extremity by trauma, prolonged constriction, or surgery

    amputation Through the infected tissue Risks causing pyemia.

    Ακρωτηριασμός μέσω μολυσμένου ιστού μπορεί να προκαλέσει πυαιμία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amputation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amputation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακρωτηριασμένος
  • ακρωτηριάζω
  • · ακρωτηριάζω · αποκόπτω
  • · ακρωτηριάζω · αποκόπτω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη