Μετάφραση του "amusing" σε Ελληνικά
Οι διασκεδαστικός, αστείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amusing" σε Ελληνικά.
amusing
adjective
verb
γραμματική
Present participle of amuse. [..]
-
διασκεδαστικός
adjective masculineI hope you all find your final grades as amusing.
Ελπίζω όλοι να βρείτε την τελική σας βαθμολογία το ίδιο διασκεδαστική.
-
αστείος
adjectiveYou are quite amusing, sir.
Είστε πολύ αστείος, κύριε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amusing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "amusing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διασκεδάζω · τέρπω · ψυχαγωγώ
-
που διασκεδάζει
-
Διασκέδαση · αναψυχή · διασκέδαση · θυμηδία · ψυχαγωγία
-
ουδόλως εφαιδρύνθημεν
-
διασκεδάζω
-
Λούνα παρκ · λούνα παρκ · πάρκο αναψυχής
-
Διασκέδαση · αναψυχή · διασκέδαση · θυμηδία · ψυχαγωγία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη