Μετάφραση του "analysis" σε Ελληνικά

Οι ανάλυση, ανάλυσις, εξέταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "analysis" σε Ελληνικά.

analysis noun γραμματική

(countable, of a thing, concept, theory, or similar) A process of dismantling or separating into constituent elements in order to study the nature, function, or meaning. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάλυση

    noun feminine

    decomposition into components in order to study [..]

    A sample analysis reported in the study by the University of Cologne seems to confirm this.

    Αυτό επιβεβαιώνεται από μια δειγματοληπτική ανάλυση που αναφέρεται στη μελέτη του πανεπιστημίου της Κολωνίας.

  • ανάλυσις

    And computer analysis has shown that they're unlikely to be strong enough to hold onto struggling prey.

    Κι η ανάλυσις του υπολογιστή έδειξε ότι δεν ήταν αρκετά δυνατοί για να κρατήσουν τη λεία που πάλευε.

  • εξέταση

    noun feminine

    The Commission accordingly conducted a detailed analysis of these measures and drew the following conclusions.

    Η Επιτροπή ως εκ τούτου προέβη στη λεπτομερή εξέταση των μέτρων αυτών και κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έρευνα
    • ψυχανάλυση
    • αναλυση
    • ερμηνεία
    • διερεύνηση
    • κριτική
    • εξήγηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " analysis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Analysis
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανάλυση

    Analysis of seasonal adjustment quality

    Ανάλυση της ποιότητας της διόρθωσης ως προς τις εποχικές διακυμάνσεις

Εικόνες με "analysis"

Φράσεις παρόμοιες με "analysis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "analysis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη