Μετάφραση του "anaphylaxis" σε Ελληνικά

Οι αναφυλαξία, Αναφυλαξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anaphylaxis" σε Ελληνικά.

anaphylaxis noun γραμματική

Extreme sensitivity to a substance such as a foreign protein or drug. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναφυλαξία

    Noun feminine

    According to the coroner, cause of death was severe anaphylaxis.

    Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, η αιτία θανάτου ήταν σοβαρή αναφυλαξία.

  • Αναφυλαξία

    severe allergic reaction

    According to the coroner, cause of death was severe anaphylaxis.

    Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, η αιτία θανάτου ήταν σοβαρή αναφυλαξία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anaphylaxis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anaphylaxis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη