Μετάφραση του "ancestral" σε Ελληνικά

Το προγονικός είναι η μετάφραση του "ancestral" σε Ελληνικά.

ancestral adjective γραμματική

Of, pertaining to, derived from, or possessed by, an ancestor or ancestors; as, an ancestral estate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγονικός

    adjective masculine

    Ghosts or ancestral spirits have long been central to Chinese life.

    Τα φαντάσματα ή τα προγονικά πνεύματα παίζουν κεντρικό ρόλο για τους Κινέζους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ancestral " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ancestral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ancestral" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη