Μετάφραση του "anchorage" σε Ελληνικά

Οι αραξοβόλι, αγκυροβόλημα, άραγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anchorage" σε Ελληνικά.

anchorage noun γραμματική

(nautical) A harbor, river, or offshore area that can accommodate a ship at anchor, either for quarantine, queuing, or discharge.. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αραξοβόλι

    noun neuter

    place for anchoring

    " All units ordered to rendezvous at Ragnar anchorage for regroup and counter attack.

    Όλες οι μονάδες διατάζονται να συναντηθούν στο αραξοβόλι Ράγκναρ για ανασυγκρότηση και αντεπίθεση.

  • αγκυροβόλημα

    noun neuter

    place for anchoring

  • άραγμα

    noun neuter

    place for anchoring

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελλιμενισμός
    • τέλη ελλιμενισμού
    • αγκύρωση
    • ράδα (ναυτική διάλεκτος)
    • αγκυροβόλιο
    • όρμος
    • Αγκυροβόλιο
    • αγκυροβολείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anchorage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anchorage proper noun

a large coastal city in Alaska [..]

+ Προσθήκη

"Anchorage" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Anchorage στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "anchorage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anchorage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη