Μετάφραση του "ancients" σε Ελληνικά
Το αρχαιότητα είναι η μετάφραση του "ancients" σε Ελληνικά.
ancients
noun
Plural form of ancient. [..]
-
αρχαιότητα
noun feminineIt is no coincidence that vines have been cultivated on these lands since ancient times.
Δεν είναι τυχαίο που στα εδάφη αυτά καλλιεργούνται άμπελοι από την αρχαιότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ancients " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ancients" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρχαία Ρώμη
-
Αρχαία ελληνική γλώσσα · αρχαία ελληνικά · αρχαία ελληνική γλώσσα
-
Βιβλιοθήκες στην αρχαία Ελλάδα
-
αρχαίος πολιτισμός
-
αρχαΐζων · αρχαία · αρχαίος · αρχαϊκός · παλαιός · παλιός · πανάρχαιος
-
ανάγομαι στην αρχαιότητα
-
Ανασάζι
-
αποτελώ παρελθόν · περνώ στην ιστορία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη