Μετάφραση του "andrology" σε Ελληνικά
Οι ανδρολογία, ουρολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "andrology" σε Ελληνικά.
andrology
noun
γραμματική
A branch of medicine concerned with male diseases and especially with those affecting the male reproductive system. [..]
-
ανδρολογία
Noun feminineObstetrics, gynaecology, andrology, reproduction, sexuality
Μαιευτική, γυναικολογία, ανδρολογία, αναπαραγωγή, σεξουαλικότητα
-
ουρολογία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " andrology " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "andrology" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανδρολογικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη