Μετάφραση του "anil" σε Ελληνικά

Το λουλάκι είναι η μετάφραση του "anil" σε Ελληνικά.

anil noun γραμματική

(organic chemistry) Any imine in which the N-radical is a phenyl (or substituted phenyl) group. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λουλάκι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "anil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξεμωραμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη