Μετάφραση του "anisole" σε Ελληνικά

Το Ανισόλη είναι η μετάφραση του "anisole" σε Ελληνικά.

anisole noun γραμματική

(organic chemistry) The aromatic ether methoxybenzene ; it is used in perfumery and in organic synthesis; and derivative of this compound [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανισόλη

    chemical compound

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anisole " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "anisole"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anisole" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη