Μετάφραση του "annoy" σε Ελληνικά

Οι ενοχλώ, πειράζω, ενοχλήσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annoy" σε Ελληνικά.

annoy verb noun γραμματική

(transitive) To disturb or irritate, especially by continued or repeated acts; to bother with unpleasant deeds. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοχλώ

    verb

    to molest; to harm; to injure [..]

    The last thing I want to be is an annoying blabbermouth.

    Ειλικρινά, δε θέλω να ενοχλώ με τη φλυαρία μου.

  • πειράζω

    verb

    to disturb or irritate

    I would be annoyed, but it turns out I'm good with mice.

    Λογικά θα με πείραζε, αλλά τελικά τα πάω καλά με τα ποντίκια.

  • ενοχλήσει

    to disturb or irritate

    She can annoy you, she can kill you, no more.

    Μπορεί να σε ενοχλήσει, μπορεί να σε σκοτώσει, τίποτα περισσότερο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκνευρίζω
    • νευριάζω
    • ενόχληση
    • παρενοχλώ
    • δαιμονίζω
    • εξοργίζω
    • ερεθίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " annoy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "annoy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκνευρισμένος · ενοχλημένος
  • βαρετός · εκνευριστικός · ενοχλητικός · ενοχλώντας · πειραχτήρι · φοβερός
  • Είσαι ενοχλητική σήμερα.
  • αδιαφόρησα
  • εκνευρίζω · ενοχλώ
  • βαρετός · εκνευριστικός · ενοχλητικός · ενοχλώντας · πειραχτήρι · φοβερός
  • βαρετός · εκνευριστικός · ενοχλητικός · ενοχλώντας · πειραχτήρι · φοβερός
  • βαρετός · εκνευριστικός · ενοχλητικός · ενοχλώντας · πειραχτήρι · φοβερός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "annoy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη