Μετάφραση του "annular" σε Ελληνικά

Οι δακτυλιοειδής, Δακτυλιοειδής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annular" σε Ελληνικά.

annular adjective γραμματική

Pertaining to, or having the form of, a ring; forming a ring; ringed; ring-shaped; as, annular fibers; in the shape of an annulus. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δακτυλιοειδής

    adjective masculine, feminine

    having the form of a ring

    It seems most of the powers I've documented took place during the last total annular eclipse.

    Φαίνεται πως οι περισσότερες δυνάμεις που είναι τεκμηριωμένες διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας δακτυλιοειδής έκλειψης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " annular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Annular
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δακτυλιοειδής

    Annular wounds indicate that the blade would be thickest at the hilt.

    Οι δακτυλιοειδής πληγές δείχνουν ότι η λεπίδα είναι παχύτερη στη λαβή.

Φράσεις παρόμοιες με "annular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "annular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη