Μετάφραση του "anointed" σε Ελληνικά

Οι χριστός, χρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anointed" σε Ελληνικά.

anointed noun verb γραμματική

Simple past tense and past participle of anoint. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χριστός

    masculine

    a person who has been anointed, especially for religious reasons

    Such a description could hardly fit one individual, but it does fit Christ’s anointed congregation.

    Αυτή η περιγραφή δεν θα ήταν δυνατόν να ταιριάζει σε ένα μεμονωμένο άτομο, αλλά ταιριάζει όντως στη χρισμένη εκκλησία του Χριστού.

  • χρισμένος

    As an anointed knight, I'll allow you one more day.

    Επειδή είσαι χρισμένος ιππότης, θα σου χαρίσω άλλη μια μέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anointed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "anointed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anointed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη