Μετάφραση του "answer" σε Ελληνικά

Οι απάντηση, απαντώ, απόκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "answer" σε Ελληνικά.

answer verb noun γραμματική

To make a reply or response to. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάντηση

    noun feminine

    response [..]

    None of the students found the correct answer.

    Κανένας από τους μαθητές δε βρήκε τη σωστή απάντηση.

  • απαντώ

    verb

    to make a reply or response to [..]

    I can't answer why, but I can tell you how.

    Δεν μπορώ ν' απαντήσω γιατί, αλλά μπορώ να σου πω πώς.

  • απόκριση

    noun feminine

    reply to e-mail [..]

    The case for a full EU strategic energy initiative still needs to be answered.

    Πρέπει να δοθεί απόκριση στο αίτημα για μια πλήρη στρατηγική πρωτοβουλία στον τομέα της ενέργειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκρίνομαι
    • λύση
    • ανταποκρίνομαι
    • ανταπάντηση
    • ανταπαντώ
    • είμαι υπόλογος
    • αποκρούω
    • απόκρουση
    • λογοδοτώ
    • επιλύω
    • ανταπόκριση
    • κάνω
    • αντίδοτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " answer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Answer

A User Interface (UI) element that initiates the process of accepting an incoming telephone call.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απαντώ

    I can't answer why, but I can tell you how.

    Δεν μπορώ ν' απαντήσω γιατί, αλλά μπορώ να σου πω πώς.

Εικόνες με "answer"

Φράσεις παρόμοιες με "answer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "answer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη