Μετάφραση του "anticipation" σε Ελληνικά

Οι πρόβλεψη, προσδοκία, αναμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anticipation" σε Ελληνικά.

anticipation noun γραμματική

The act of anticipating, taking up, placing, or considering something beforehand, or before the proper time in natural order. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόβλεψη

    noun feminine

    Industrial policy relates both to restructuring and anticipation.

    Η βιομηχανική πολιτική αφορά τόσο την αναδιάρθρωση όσο και την πρόβλεψη.

  • προσδοκία

    noun feminine

    The happy anticipation of being able to feel contempt.

    Την ευχάριστη προσδοκία για να μπορέσεις να νιώσεις περιφρόνηση.

  • αναμονή

    noun

    This is therefore only a first step in anticipation of other regulations.

    Αυτό, συνεπώς, αποτελεί απλά το πρώτο βήμα εν αναμονή άλλων κανονισμών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσμονή
    • πρόληψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anticipation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "anticipation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anticipation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη