Μετάφραση του "aphasic" σε Ελληνικά

Το αφασικός είναι η μετάφραση του "aphasic" σε Ελληνικά.

aphasic adjective noun γραμματική

Affected by, or pertaining to, aphasia. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφασικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aphasic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aphasic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη