Μετάφραση του "apostolic" σε Ελληνικά

Το αποστολικός είναι η μετάφραση του "apostolic" σε Ελληνικά.

apostolic adjective

pertaining to an apostle, or to the apostles, their times, or their peculiar spirit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστολικός

    adjective masculine

    By whom and how, in practice, is the Christlike, apostolic way of preaching used successfully in our day?

    Από ποιους και πώς, στην πράξι, χρησιμοποιείται επιτυχώς σήμερα ο Χριστοειδής, αποστολικός τρόπος κηρύγματος;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apostolic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apostolic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apostolic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη