Μετάφραση του "apparatchik" σε Ελληνικά
Οι απαράτσικ, γραφειοκράτης, εγκάθετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apparatchik" σε Ελληνικά.
apparatchik
noun
γραμματική
(historical) A member of the Soviet apparat; a Communist bureaucrat or agent. [from 20th c.] [..]
-
απαράτσικ
-
γραφειοκράτης
noun -
εγκάθετος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apparatchik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη