Μετάφραση του "appearance" σε Ελληνικά

Οι εμφάνιση, παρουσιαστικό, παρουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appearance" σε Ελληνικά.

appearance noun γραμματική

The act of appearing or coming into sight; the act of becoming visible to the eye. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμφάνιση

    noun feminine

    This disturbing appearance is more than fitting for the fatal events that took place there.

    Η ενοχλητική αυτή εμφάνιση είναι παραπάνω από ταιριαστή για τα μοιραία συμβάντα που έλαβαν χώρα εκεί.

  • παρουσιαστικό

    noun neuter

    Very clever of you to keep up the appearance of mourning.

    Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου να κρατάς το πένθιμο παρουσιαστικό.

  • παρουσία

    noun

    Medusa and I have a bond that goes beyond physical appearance.

    Η Μέδουσα κι εγώ έχουμε έναν δεσμό ο οποίος είναι υπεράνω φυσικής παρουσίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράσταση
    • Εμφάνιση
    • εντύπωση
    • πρόσχημα
    • επίφαση
    • φυσιογνωμία
    • υπόνοια
    • επίχρισμα
    • εξωτερικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appearance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Appearance
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμφάνιση

    Appearance (colour and odour)

    Εμφάνιση (χρώμα και οσμή)

Φράσεις παρόμοιες με "appearance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appearance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη