Μετάφραση του "appendix" σε Ελληνικά

Οι απόφυση, σκωληκοειδής απόφυση, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appendix" σε Ελληνικά.

appendix noun γραμματική

(obsolete in general sense) Something attached to something else; an attachment or accompaniment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφυση

    noun feminine

    vermiform appendix

    He took out my appendix, and left this ugly, hideous scar.

    Μου έβγαλε την σκωληκοειδή απόφυση, και μου άφησε αυτήν την απαίσια, αποκρουστική ουλή.

  • σκωληκοειδής απόφυση

    noun feminine

    A small excrescence of the cecum. [..]

    And once the appendix bursts, the complication rate rises to 59%.

    Και αν διαρραγεί η σκωληκοειδής απόφυση, το ποσοστό για επιπλοκές φτάνει το 59%.

  • εξάρτημα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράρτημα
    • προσάρτηση
    • Σκωληκοειδής απόφυση
    • τυφλό έντερο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appendix " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Appendix
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσάρτημα, παράρτημα

Εικόνες με "appendix"

Φράσεις παρόμοιες με "appendix" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appendix" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη