Μετάφραση του "appropriation" σε Ελληνικά

Οι οικειοποίηση, κονδύλιο, σφετερισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appropriation" σε Ελληνικά.

appropriation noun γραμματική

An act or instance of appropriating [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικειοποίηση

    noun feminine

    It's called appropriation, black people stealin'white people's art.

    Ονομάζεται οικειοποίηση, οι μάυροι κλέβουν την τέχνη των λευκών.

  • κονδύλιο

    The Commission shall submit to the budgetary authority the proposals needed to mobilise the corresponding appropriations.

    Η Επιτροπή υποβάλλει στην αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή τις απαραίτητες προτάσεις για τη διάθεση των αντίστοιχων κονδυλίων.

  • σφετερισμός

    noun

    Madam President, we are familiar with the idea that a land grab is the unwarranted appropriation of property belonging to another.

    (EN) Κυρία Πρόεδρε, είμαστε εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι η αρπαγή εδαφών είναι ο αδικαιολόγητος σφετερισμός ιδιοκτησίας που ανήκει σε άλλους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκμετάλλευση
    • προσάρτηση
    • κτήση κυριότητας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appropriation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appropriation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appropriation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη