Μετάφραση του "approximative" σε Ελληνικά
Οι ο κατά προσέγγιση, που προσεγγίζει, προσεγγιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "approximative" σε Ελληνικά.
approximative
adjective
γραμματική
Of, relating to, or being an estimate or approximation. [..]
-
ο κατά προσέγγιση
-
που προσεγγίζει
-
προσεγγιστικός
adjectiveκατά προσέγγιση
In practice, in allocating the finance charge to periods during the lease term, a lessee may use some form of approximation to simplify the calculation.
Στην πράξη, κατά την κατανομή της χρηματοοικονομικής επιβάρυνσης στη διάρκεια της μισθωτικής περιόδου, μπορεί να χρησιμοποιείται κάποιος προσεγγιστικός τύπος που απλοποιεί τον υπολογισμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " approximative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "approximative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσέγγιση των νομοθεσιών
-
Προσεγγιστικά σύμφωνα
-
διαδοχική προσέγγιση
-
πιθανώς προσεγγιστική τιμή
-
σφάλμα προσέγγισης
-
περίπου
-
γύρω · κατά προσέγγιση · κοντά · πάνω κάτω · περίπου · προσέγγιση · σχεδόν
-
εκτίμηση · ζύγωμα · πλησίασμα · προσέγγιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη