Μετάφραση του "apron" σε Ελληνικά

Οι ποδιά, προσκήνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apron" σε Ελληνικά.

apron noun γραμματική

An article of clothing worn over the front of the torso and/or legs for protection from spills. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποδιά

    noun feminine

    clothing [..]

    She will require her Holland apron and a pair of kitchen sleeves.

    Θα χρειαστεί την ποδιά Χόλλαντ και ένα ζευγάρι μανίκια κουζίνας.

  • προσκήνιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "apron"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη