Μετάφραση του "aptitude" σε Ελληνικά
Οι ικανότητα, δεξιότητα, διεύθυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aptitude" σε Ελληνικά.
aptitude
noun
γραμματική
Natural ability to acquire knowledge or skill. [..]
-
ικανότητα
noun feminineAs far as training is concerned, not everyone can have the aptitude to work with technology.
Όσον αφορά την κατάρτιση, δεν έχουν όλα τα άτομα την ικανότητα χρησιμοποίησης της τεχνολογίας.
-
δεξιότητα
noun feminineMy name is Maggie Baptiste, and I'm working on a project that needs someone with your particular aptitude.
Ονομάζομαι Μάγκι Μπαπτίστ, και εργάζομαι σε πρόγραμμα που χρειάζεται τη δική σου δεξιότητα.
-
διεύθυνση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Δυνατότητα
- έφεση
- κλίση
- αρμοδιότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aptitude " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aptitude" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τεστ αξιολόγησης μαθητών
-
τεστ δεξιοτήτων
-
ένστικτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη