Μετάφραση του "arbitrary" σε Ελληνικά

Οι αυθαίρετος, αυταρχικός, δεσποτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbitrary" σε Ελληνικά.

arbitrary noun adjective γραμματική

(usually of a decision) Based on individual discretion or judgment; not based on any objective distinction, perhaps even made at random. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθαίρετος

    adjective masculine

    determined by impulse [..]

    Maybe monogamy is just some arbitrary, punishing rule.

    Ίσως η μονογαμία είναι ένας αυθαίρετος, κανόνας τιμωρίας.

  • αυταρχικός

    adjective

    determined by impulse

    He is, as is well known, very arbitrary and certainly many decisions were made himself

    Είναι, όπως είναι γνωστό άλλωστε, πολύ αυταρχικός και σίγουρα πολλές αποφάσεις τις έλαβε ο ίδιος

  • δεσποτικός

    adjective

    determined by impulse

    " Your eyes have returned from an arbitrary county where no one has even known the meaning of a glance ".

    Τα μάτια σου επέστρεψαν από μια δεσποτική χώρα... όπου κανείς δε γνωρίζει το νόημα ενός βλέμματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρορμητικός
    • ανομοιογενής
    • αυθόρμητος
    • τυχαίος
    • πραξικοπηματικός
    • τυχαία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arbitrary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arbitrary
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυθαίρετο, οποιοδήποτε

Φράσεις παρόμοιες με "arbitrary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arbitrary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη