Μετάφραση του "archaeological" σε Ελληνικά

Το αρχαιολογικός είναι η μετάφραση του "archaeological" σε Ελληνικά.

archaeological adjective γραμματική

Relating to the science or research of archaeology. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαιολογικός

    adjective masculine

    relating to the science or research of archaeology

    It's quite strange, there's no evidence at all of it ever having been an archaeological site.

    Το παράξενο είναι ότι δεν υπάρχουν καθόλου ίχνη... ότι ήταν κάποτε αρχαιολογικός χώρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " archaeological " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "archaeological"

Φράσεις παρόμοιες με "archaeological" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "archaeological" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη