Μετάφραση του "archaic" σε Ελληνικά

Οι αρχαϊκός, αρχαίος, απαρχαιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "archaic" σε Ελληνικά.

archaic adjective noun γραμματική

(archaeology, US) A general term for the prehistoric period intermediate between the earliest period (‘Paleo-Indian’, ‘Paleo-American’, ‘American‐paleolithic’, &c .) of human presence in the Western Hemisphere, and the most recent prehistoric period (‘Woodland’, etc.). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαϊκός

    adjective masculine

    belonging to the archaic period [..]

    To me, marriage is an archaic and oppressive institution that should a been abolished years ago.

    Για μένα ο γάμος είναι ένας αρχαϊκός και καταπιεστικός θεσμός που θα'πρεπε να έχει καταργηθεί χρόνια πριν.

  • αρχαίος

    adjective masculine

    belonging to the archaic period

    Don't you guys understand that hanging is an archaic and barbaric institution?

    Παιδιά δεν καταλαβαίνετε ότι το κρέμασμα είναι ένας αρχαίος και βάρβαρος θεσμός;

  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine

    old-fashioned or antiquated

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχαϊκή
    • αρχαΐζων
    • αρχαΐζουσα
    • αρχαϊκό
    • αρχαΐζον
    • υποτυπώδης
    • αρχαΐζων, -ουσα, -ον
    • αρχαιοπρεπής, -ές
    • εμβρυϊκός, -ή, -ό
    • εμβρυώδης, -ες
    • λόγιος τύπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " archaic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "archaic"

Φράσεις παρόμοιες με "archaic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "archaic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη