Μετάφραση του "archive" σε Ελληνικά

Οι αρχείο, αρχειοθετώ, αρχεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "archive" σε Ελληνικά.

archive verb noun γραμματική

A place for storing earlier, and often historical, material. An archive usually contains documents (letters, records, newspapers, etc.) or other types of media kept for historical interest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχείο

    noun neuter

    place for storing earlier material [..]

    Build a visual and linguistic archive, with fonts, ideas and sentiments expressed on the street.

    Δημιουργήστε ένα οπτικό και γλωσσικό αρχείο, με γραμματοσειρές, ιδέες και αισθήματα που εκφράζονται στον δρόμο.

  • αρχειοθετώ

    verb

    to archive [..]

    But I like to fully archive my memos for, uh, posterity.

    Αλλά θέλω να αρχειοθετώ τις αναφορές μου για το μέλλον.

  • αρχεία

    noun

    The records shall be archived for a minimum retention period of six years after leaving that national register.

    Τα αρχεία φυλάσσονται για μία ελάχιστη περίοδο έξι ετών μετά την απομάκρυνσή τους από το συγκεκριμένο εθνικό νηολόγιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχειοθήκη
    • αρχειοφυλάκιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " archive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Archive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρχειοθετώ

    But I like to fully archive my memos for, uh, posterity.

    Αλλά θέλω να αρχειοθετώ τις αναφορές μου για το μέλλον.

ARChive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρχείων

    Professional experience in implementing international standards on document and archive management.

    Επαγγελματική πείρα στην εφαρμογή των διεθνών προτύπων σε θέματα διαχείρισης εγγράφων και αρχείων.

Εικόνες με "archive"

Φράσεις παρόμοιες με "archive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "archive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη