Μετάφραση του "arguable" σε Ελληνικά

Οι συζητήσιμος, εύλογος, αμφίβολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arguable" σε Ελληνικά.

arguable adjective γραμματική

That which can be argued; i.e., that which can be proven or strongly supported with sound logical deduction, precedent, and evidence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συζητήσιμος

    adjective masculine
  • εύλογος

    adjective masculine
  • αμφίβολος

    adjective

    Lastly, the Court detailed shortcomings in the evaluation reports, the impact of which it considers arguable.

    Τέλος, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι οι εκθέσεις αξιολόγησης είναι ανεπαρκείς και ο αντίκτυπός τους αμφίβολος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάσιμος
    • λογικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arguable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "arguable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιαφιλονίκητα · αναμφίβολα · ασυζητητί · εύλογα · θα λέγαμε · σαφώς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arguable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη