Μετάφραση του "argumentation" σε Ελληνικά
Οι επιχειρηματολογία, συζήτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "argumentation" σε Ελληνικά.
argumentation
noun
γραμματική
Inference based on reasoning from given propositions [..]
-
επιχειρηματολογία
noun feminineThe structure of the legal argument must reflect the pleas in law relied upon.
Η νομική επιχειρηματολογία πρέπει να διαρθρώνεται ακολουθώντας τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως.
-
συζήτηση
noun feminineThe parties submitted written observations and presented oral argument at the hearing on 7 November 2013.
Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους γραπτώς και, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Νοεμβρίου 2013, προφορικώς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " argumentation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "argumentation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακαδημαϊκή συζήτηση
-
χωρίς συζήτηση
-
θεωρίης είνεκεν · λέμε τώρα · συζήτηση κάνουμε · χάριν του επιχειρήματος
-
έγκυρο επιχείρημα
-
εριστικός
-
τύπος παραμέτρου
-
Επιχείρημα, όρισμα, παράμετρος
-
όρισμα ενέργειας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη