Μετάφραση του "arithmetic" σε Ελληνικά

Οι αριθμητική, αριθμητικός, Αριθμητική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arithmetic" σε Ελληνικά.

arithmetic adjective noun γραμματική

The mathematics of numbers (integers, rational numbers, real numbers, or complex numbers) under the operations of addition, subtraction, multiplication, and division. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριθμητική

    noun feminine

    mathematics of numbers, etc.

    Their arithmetic's not so hot, but just ask them how many minks make a coat.

    Η αριθμητική του δεν είναι τόσο καλή, αλλά ρώτα τες πόσα ζώα χρειάζονται για μια γούνα μίνκ.

  • αριθμητικός

    noun masculine

    arithmetical [..]

    The arithmetic mean of these measurements shall be less or equal to the above requirement.

    Ο μέσος αριθμητικός όρος των μετρήσεων αυτών πρέπει να είναι ίσος ή κατώτερος του παραπάνω ορίου.

  • Αριθμητική

    elementary branch of mathematics

    Their arithmetic's not so hot, but just ask them how many minks make a coat.

    Η αριθμητική του δεν είναι τόσο καλή, αλλά ρώτα τες πόσα ζώα χρειάζονται για μια γούνα μίνκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arithmetic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arithmetic
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αριθμητικός

    The arithmetic mean of these measurements shall be less or equal to the above requirement.

    Ο μέσος αριθμητικός όρος των μετρήσεων αυτών πρέπει να είναι ίσος ή κατώτερος του παραπάνω ορίου.

Φράσεις παρόμοιες με "arithmetic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arithmetic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη