Μετάφραση του "armed" σε Ελληνικά
Οι ένοπλος, οπλισμένος, πολεμικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "armed" σε Ελληνικά.
armed
adjective
verb
γραμματική
Equipped, especially with a weapon. [..]
-
ένοπλος
adjective masculineequipped, especially with a weapon
You just didn't account for an armed civilian right behind me.
Απλά δεν περίμενες να υπάρχει ένας ένοπλος πολίτης ακριβώς πίσω μου.
-
οπλισμένος
particle adjective masculineprepared for use
Tom is heavily armed.
Ο Τομ είναι βαριά οπλισμένος.
-
πολεμικός
adjectiveA motion to issue provisions on arms brokering concerning civil firearms and ammunitions is currently under preparation.
Καταρτίζεται επίσης πρόταση για την καθιέρωση διατάξεων σχετικά με την πρακτόρευση που αφορούν μη πολεμικά όπλα και πυρομαχικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " armed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "armed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
oπλισμένος και αποφασισμένος · ένοπλος και αδίσταχτος · ένοπλος και επί σκοπόν
-
άρματα · αγκαλιά · θηρεός · μπράτσα · οικόσημο · οπλισμός · όπλα · όπλο
-
βρίσκομαι σε εξέγερση · είμαι έτοιμος για καβγά · είμαι σε εξέγερση · εξεγείρομαι · επαναστατώ · ξεσηκώνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη